Γιάννη Τζαβάρα: Ο Καντιανός χρόνος κατά τον Χάιντεγγερ. Εκδόσεις "Δωδώνη", Αθήνα-Γιάννινα 1989, 101 σελίδες.

 

 

Ο Καντιανός χρόνος κατά τον Χάιντεγγερ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ:

Το βιβλίο εισδύει στο ερμηνευτικό βλέμμα του Χάιντεγγερ πάνω στον χρόνο έτσι όπως τον συνέλαβε ο Ιμμάνουελ Καντ. Διαπιστώνει αρχικά ότι η ίδια η χαϊντεγγεριανή έννοια του χρόνου οφείλει ένα μεγάλο μέρος της πρωτοτυπίας της στην αναμέτρηση με τον Καντιανό χρόνο, και άρα η έρευνα αποβαίνει ερμηνευτική των θεμελίων της χαϊντεγγεριανής Οντολογίας. Η ερμηνευτική αυτή εργασία δεν προϋποθέτει αποδοχή των αξιωμάτων του φιλοσόφου, αλλά αποτελεί μια κριτική αντιμετώπιση. Έτσι π.χ. επικρίνεται η συχνά τολμηρή χαϊντεγγεριανή προσέγγιση στο Καντιανό κείμενο, στο οποίο ενίοτε «ανακαλύπτονται» φαινομενολογικές θέσεις και χαϊντεγγεριανές απόψεις. Ωστόσο και το βλέμμα του Χάιντεγγερ είναι συχνά επικριτικό απέναντι στους παλαιότερους φιλοσόφους, και η χαϊντεγγεριανή ερμηνεία του Καντ εντάσσεται στο πλαίσιο μιας κριτικής «αποδόμησης» (Destruktion) της οντολογικής παράδοσης.

Η βασική θέση της εν λόγω μελέτης συνοψίζεται ως εξής (σελ. 22 του βιβλίου): «Πρωταρχικό μέλημα του Χάιντεγγερ κατά την ερμηνεία του Καντιανού χρόνου είναι η επίτευξη της αρχέγονης ενότητας και καθολικότητας۰ μόνο το ξάνοιγμα ενός τέτοιου ‘ορίζοντα’, που αποκαλύπτει την ενιαία προέλευση της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα σε καθολική συνύφανση με τον κόσμο, εγγυάται κατά τον Χάιντεγγερ τη θεμελιώδη σημασία της Καντιανής Κριτικής».

Η εν λόγω μελέτη στηρίζεται κυρίως σε δύο ερμηνευτικούς ορισμούς που προσφέρει ο Χάιντεγγερ: ο Καντιανός χρόνος είναι α) «ορίζοντας της προθεσιακής αναφοράς» (α΄ κεφάλαιο), β) «καθαρός αυτοεπηρεασμός» (β΄ κεφάλαιο). Σε ένα τρίτο κεφάλαιο διερευνάται η συνάφεια του χρόνου προς τις Καντιανές αναλογίες της εμπειρίας και τη σχηματοποίηση των κατηγοριών. Τέλος, στα κριτικά συμπεράσματα (σελ. 86-92) ο συγγραφέας οδηγείται σε μια αρνητική απάντηση του κεντρικού του ερωτήματος, εάν ο Χάιντεγγερ επιτυγχάνει αυτό που αναζητά στον Καντ, δηλαδή μια αρχέγονη ενότητα του ανθρώπινου εαυτού με το Είναι εν γένει μέσα στον ορίζοντα του χρόνου.

 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου γράφει ο Γ. Τζαβάρας:

Το βιβλίο, με το οποίο ο Martin Heidegger (1889-1976) πέτυχε μια ριζική τομή στον φιλοσοφικό στοχασμό του 20ού αιώνα, φέρει τον τίτλο «Είναι και χρόνος» (κυκλοφόρησε σε ελληνική μετάφραση από τις εκδόσεις «Δωδώνη»). Τι είναι, λοιπόν, ο χρόνος; Ο Χάιντεγγερ κάνει μια αποφασιστική διάκριση ανάμεσα στον «κοινότυπο» ή «καθημερινό» χρόνο, όπου ζει ο μέσος άνθρωπος λογαριάζοντας τα όντα και τα συμβάντα με βάση κάποιους αριθμούς (ώρες, ημέρες, μήνες, έτη), και στον «αρχέγονο» ή «αυθεντικό» χρόνο, στον οποίο οδηγούμαστε μόνο εφόσον αλλάζουμε τη στάση μας απέναντι στα πράγματα και αποστασιοποιούμαστε από τον καθημερινό τρόπο ύπαρξης. Ο αυθεντικός χρόνος δεν αποτελείται από τις τρεις γνωστές διαστάσεις (παρελθόν, παρόν, μέλλον), άρα δεν εκτείνεται σε ένα απέραντο παρελθόν και ένα απέραντο μέλλον۰ είναι πεπερασμένος, γιατί συνδέεται άμεσα με την πεπερασμένη ζωή καθενός από εμάς. Σε αντίθεση προς τον καθημερινό χρόνο, που στρέφεται προπάντων προς τη διάσταση του παρόντος και προς όσα είναι παρόντα ή απόντα, ο αυθεντικός χρόνος είναι στραμμένος «εκστατικά» προπάντων προς το μέλλον.

Μια τέτοια αντίληψη περί χρόνου μπορεί να θεωρηθεί πράγματι καινοτόμος, μόνο εάν δειχτεί ότι βασίζεται σε βαθιές ερευνητικές τομές πάνω στην αντίστοιχη έννοια προηγούμενων στοχαστών. Η παρούσα μελέτη διεισδύει στο ερμηνευτικό βλέμμα του Χάιντεγγερ πάνω στον χρόνο έτσι όπως τον συνέλαβε ο Ιμμάνουελ Καντ (1724-1804), και φιλοδοξεί έτσι να συμβάλει στην ανίχνευση των θεμελίων και προϋποθέσεων της Χαϊντεγγεριανής αντίληψης περί χρόνου.


Στο περιοδικό Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση 8 (1991), σελ. 188-191 δημοσιεύτηκε η εξής βιβλιοκρισία του Παύλου Κόντου:

 

Α. Στο βιβλίο-εργασία «Ο Καντιανός χρόνος κατά τον Χάιντεγγερ» ο κ. Τζαβάρας παρουσιάζει την κριτική του Χάιντεγγερ στην καντιανή ερμηνεία του χρόνου, βασιζόμενος όχι μόνο στο κείμενο «Ο Καντ και το πρόβλημα της Μεταφυσικής», αλλά και στις παραδόσεις του Χάιντεγγερ κατά τα χρόνια 1925-28*.

Πρόκειται για πρόβλημα που εξετάζεται συχνά. Συχνές είναι και οι κριτικές εκείνες που καταδικάζουν με σφοδρότητα το Χαϊντεγγεριανό εγχείρημα: «ο Χάιντεγγερ δε μιλά σα σχολιαστής, αλλά σα σφετεριστής» (1), «θέλει εμφανώς να κάνει τον Καντ μάρτυρα για τον ίδιο» (2).

Η παρούσα όμως εργασία μας δίνει μια πιο συνετή και ακριβοδίκαιη εικόνα. Επισημαίνει βέβαια τις θεμελιακές και ασυμβίβαστες αντιθέσεις των δύο φιλοσοφικών θεωριών (σ. 86-92)· παράλληλα όμως παρουσιάζει την ιδιαίτερη «ερμηνευτική» του Χάιντεγγερ: σύμφωνα μ’ αυτή η «ερμηνεία πρέπει να χρησιμοποιήσει μοιραία βία» (ΚκΜ). Ο κ. Τζαβάρας σημειώνει εύστοχα: «η βιαιότητα αυτού του είδους δε μπορεί κατά τον Χάιντεγγερ να θεωρηθεί αυθαιρεσία» (σ. 15).

Άλλωστε ήδη το «Είναι και Χρόνος» είχε προετοιμάσει το έδαφος: «το θέμα της ιστοριολογίας δεν είναι… εκείνο που συνέβη απλώς εφάπαξ…, αλλά η γεγονικά ως ύπαρξη υπάρξασα δυνατότητα» (ΕκΧ, σ. 395) (3). Δεν πρέπει επίσης να παραβλέψουμε το γεγονός ότι ο ίδιος ο Χάιντεγγερ συχνά υπογραμμίζει τη διαφορά ανάμεσα στην «ορθόδοξη» άποψη του Καντ και τη δική του βίαια ερμηνεία (4).

Β. Θα επιχειρήσω να φωτίσω εδώ μόνο ένα σημείο της όλης προβληματικής του παρόντος βιβλίου, σημείο βέβαια κεντρικό: το πρόβλημα του αυτο-επηρεασμού του χρόνου (σ. 43-61, κεφάλαιο δεύτερο).

Ας παρακολουθήσουμε το συλλογισμό που οδηγεί στη θεωρία του αυτοεπηρεασμού:

α. ο ορίζοντας της δυνατότητας του νου να πάει «προς τα όντα», δηλαδή ο ορίζοντας της αντικειμενικότητας πρέπει να γίνει αυτός ο ίδιος εποπτεύσιμος (ΚκΜ, § 19). Πρόκειται για τη διευκρίνιση του Χάιντεγγερ ότι και η καθαρή εποπτεία δεν είναι «τυφλή». Συνεπάγεται και την a priori δυνατότητα ενός πριν-από-την-εποπτεία αντικειμένου (Φ.Ε.Κ., σ. 347).

β. αυτό που αντικρύζεται από την καθαρή εποπτεία δεν είναι ένα αντικείμενο· καλύτερα: δεν πρόκειται για ένα θεματικό αντικείμενο. Απ’ αυτή την άποψη είναι ένα «μηδέν» (ΚκΜ, § 25 & 28). Αυτό το ον αποτελεί ένα δημιούργημα της φαντασίας, της υπερβατολογικής δυνατότητας για την κατανόηση κάποιου ως όντος.

γ. αυτό το αντι-κείμενο είναι η παράσταση του «αντικειμένου εν γένει». Αφορά δε στη γενική μορφή του χρόνου, ως δυνατότητας διαδοχής. Για να συναντήσει η καθαρή εποπτεία τον ορίζοντα, όπου δύνανται να εμφανιστούν αντικείμενα, δεν σχηματίζει μπροστά της παρά το «σχέδιο» του χρόνου. Ο χρόνος βέβαια δεν είναι ένα αντικείμενο· συνιστά την a priori δυνατότητα ενός αντι-κειμένου, δηλαδή τελικά της ίδιας της αντικειμενικότητας. Αυτό θέλει να δείξει ο Χάιντεγγερ μέσα από την παρουσίαση της τριπλής μορφής της φαντασίας. Αν και η δυνατότητα της αντίληψης και αυτή της αναπαράστασης και τέλος εκείνη της συνθετικής κατάληψης έχουν τη ρίζα τους στο χρόνο, τότε οποιαδήποτε προσπάθεια του Εγώ να παραστήσει ένα αντικείμενο, συναντά το Χρόνο.

- Κάνοντας εδώ μια παρένθεση πρέπει να αναφερθούμε στην «κατάληψη». Το πρόβλημα της σχέσης της με το χρόνο είναι καίριο και η επέμβαση του Χάιντεγγερ «δραστική». Η σύνδεσή της με το μέλλον είναι φανερά έξω από τις προθέσεις του Καντ, όπως και ο ίδιος ο Χάιντεγγερ αναγνωρίζει. Επισημαίνω πάντως ότι πρέπει να εξετάζεται παράλληλα και το θέμα της α΄ αναλογίας: εκεί που ο Καντ μιλά για τη μονιμότητα του Χρόνου, ο «ερμηνευτής του» μιλά για το μέλλον. Και οι δύο ωστόσο προσπαθούν να κατακτήσουν το αυτό πράγμα: την ολότητα του Χρόνου (5). Ο κ. Τζαβάρας πράγματι ανακαλύπτει εδώ (σ. 64 κ.ε.) ένα χώρο μελέτης και παρατηρήσεων.

δ. η συνάντηση κάτινος μέσα στην καθαρή εποπτεία, είναι η πρωταρχική έννοια της «αντίστασης» ενός όντος απέναντι στο εγώ. Και αφού αυτό το ον προέρχεται από το ίδιο το εγώ (τη φαντασία), αναφερόμαστε σε μια «αντίσταση που κατοικεί μέσα στο υποκείμενο» (Φ.Ε.Κ. σ. 370). Ο χρόνος αποτελεί την a priori «αντίσταση» στο υποκείμενο· αλλά αντίσταση δε σημαίνει παρά την καθαρή μορφή της δυνατότητας του εγώ να συναντήσει ένα αντικείμενο (τελικά και της ίδιας της υπερβατικότητας του υποκειμένου).

ε. μ’ αυτή ακριβώς την προβληματική αναγόμαστε στη διατύπωση πως ο χρόνος δηλώνει τον «καθαρό αυτο-επηρεασμό». «Αυτενέργεια και αυτοπάθεια» (στο κείμενο του κ. Τζαβάρα, σ. 55), ο χρόνος ως καθαρή παράσταση του όντος εν γένει και ως καθαρή εποπτεία, ο χρόνος ως αυτο-επηρεασμός.

στ. τέλος ο Χάιντεγγερ θα δείξει την ταύτιση του χρόνου με την ουσία του ίδιου του Εγώ: της ύπαρξης που καθορίζεται από την έννοια της υπερβατικότητας, της δυνατότητας του Εγώ να συναντήσει έναν κόσμο, να υπάρξει σ’ έναν κόσμο. Αυτό το θέμα, όπως σημειώνει και ο κ. Τζαβάρας (σ. 58), εξετάζεται διεξοδικά στο κείμενο «Θεμελιώδη προβλήματα της Φαινομενολογίας» και ειδικότερα στο τελευταίο μέρος του.

Βέβαια, όπως παραδέχεται και ο Χάιντεγγερ (Φ.Ε.Κ., σ. 393-4), ο ίδιος ο Καντ δεν συνέδεσε το χρόνο άρρηκτα με το υποκείμενο, παρά «τοποθέτησε απλώς το ένα δίπλα στο άλλο». Ενώ το «Είναι και Χρόνος» βρίσκει την ενότητά τους στην έννοια του Dasein.

Γ. Ο κ. Τζαβάρας θέτει στο τέλος του βιβλίου του το ερώτημα, αν τελικά ο Χάιντεγγερ «επιτυγχάνει αυτό που πράγματι αναζητεί στον Καντ, μια αρχέγονη ενότητα του εαυτού με το Είναι μέσα στον ορίζοντα του χρόνου» (σ. 89). Η απάντηση είναι αρνητική: υπάρχουν ανυπέρβλητες αντιθέσεις. Ο Καντ είναι δυιστής, ο Χάιντεγγερ θέλει να είναι μονιστής (σ. 90). Ο πρώτος ενδιαφέρεται για τη συγκρότηση της αντικειμενικότητας, ενώ ο δεύτερος γι’ αυτήν της υποκειμενικότητας (σ. 91).

Αυτό ωστόσο δε σημαίνει ότι αποκλείεται η ύπαρξη μιας συγγένειας ανάμεσα στους όρους της Φαινομενολογίας και της Υπερβατικής Φιλοσοφίας. Αντιθέτως θα ήταν άξια μελέτης η σχέση ανάμεσα σε όρους του Καντ, του Χούσσερλ και του Χάιντεγγερ, όπως Χρόνος, Υπερβατικότητα, Φαντασία.

Ανοικτό επίσης παραμένει το θέμα αν ο ίδιος ο Χάιντεγγερ πέτυχε την πολυπόθητη ενότητα του Εγώ με το Χρόνο και τελικά το Είναι.

Δ. Νομίζω όμως πως εδώ βρίσκεται και μια από τις αρετές του βιβλίου του κ. Τζαβάρα: προσηλώνεται στο θέμα του με ακρίβεια και επιστημονικότητα. Αναγνωρίζει τα προβλήματα και τα μελετά όσο αυτό απαιτείται από το κυρίως θέμα της εργασίας του. Άλλωστε η πρόθεση του κ. Τζαβάρα είναι να εξετάσει μόνο μια πλευρά της θεωρίας του Χρόνου του Χάιντεγγερ, όπως δηλώνει και στο εξώφυλλο του βιβλίου. Και τηρεί αυτή του την πρόθεση με επιστημονική συνέπεια.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Kant et le problème de la métaphysique, tr. De Waelhens – Biemel, Gallimard, 1953 (KκM).

   Les problèmes fondamentaux de la phénoménologie, tr. Courtine, Gallimard, 1985.

   Interprétation phénomenologique de la Critique de la raison pure, tr. Martineau, Gallimard, 1985 (Φ.Ε.Κ.).

   Logik. Die Frage nach der Wahrheit, Frankfurt, 1976.

(1). Vleeschauwer, “Etudes Kantiennes contemporaines”, Kant-Studien, 54, p. 91.

(2) Cassirer, Kant and the problem of metaphysics, in Gram: Disputed Questions, Chicago, 1967, p. 149.

(3). «Είναι και Χρόνος», μετ. Τζαβάρας, Δωδώνη, 1985 (σ. 647). Παρόμοια σε βάθος ερμηνεία, δες: Declève, Heidegger et Kant, La Haye, 1970 (σ. 112 κ. ε.).

(4) Βλ. «Φ.Ε.Κ.», όπου πολύ εμφανέστερα απ’ ό,τι στο «Κ.κ.Μ.» δείχνεται αυτή η διαφορά: σ. 152, «ο Καντ δε μας δίνει παρά πρώτες επισημάνσεις», και σ. 368, όπου χωρίζει σ’ ένα πίνακα τη θέση του Καντ από τη δική του ερμηνεία, όσον αφορά στις τρεις συνθέσεις της υπερβατολογικής φαντασίας. Σε τελευταία ανάλυση αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι παρά ο δρόμος προς το Είναι και την επαναθεμελίωση της Μεταφυσικής.

(5) Για την ανάλυση της χρονικής ολότητας στον Καντ, βλ. Walsh, Kant on the perception of time, in Beck, Kant studies today, 160-181.

ΠΑΥΛΟΣ ΚΟΝΤΟΣ