Φαινομενολογία και Θεολογία

Μάρτιν Χάιντεγγερ: Φαινομενολογία και Θεολογία. Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια Γιάννη Τζαβάρα. Εκδόσεις "Εποπτεία", Αθήνα 1979.

 

Στο περιοδικό «Διαβάζω», τεύχος 33 (1980), σελ. 77-78, δημοσιεύτηκε η εξής ανώνυμη βιβλιοκρισία:

Δυο πολύ σημαντικά κείμενα του γερμανού φιλόσοφου Μάρτιν Χάιντεγκερ περιέχει ο τόμος «Φαινομενολογία και θεολογία» (Εποπτεία, σελ. 79) που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε μια κυριολεκτικά επιμελημένη έκδοση, με εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια του Γιάννη Τζαβάρα.

Στις 9 Μαρτίου 1927 ο Χ. είχε δώσει στο Τύμπινγκεν μια διάλεξη με θέμα «Φαινομενολογία και θεολογία». Την ίδια διάλεξη επανέλαβε, συμπληρωμένη με ουσιαστικές προσθήκες, ένα χρόνο αργότερα, συγκεκριμένα στις 14 Φεβρουαρίου 1928, στο Μάρμπουργκ. Στο βιβλίο δημοσιεύεται, όπως σημειώνει ο ίδιος ο Χ. στον πρόλογό του, «το ελεγμένο και πλουτισμένο με προσθήκες δεύτερο μέρος της διάλεξης που δόθηκε στο Μάρμπουργκ με τίτλο: Η θετικότητα της θεολογίας και η σχέση της προς την φαινομενολογία. Το δεύτερο κείμενο που περιέχεται στον τόμο είναι μια επιστολή, με ημερομηνία 11 Μαρτίου 1964, όπου ο συγγραφέας, κατά τα λεγόμενά του πάντα, «κάνει μερικές υποδείξεις πάνω σε κεφαλαιώδη ζητήματα ενός θεολογικού διαλόγου περί Το πρόβλημα ενός μη-αντικειμενοποιητικού σκέπτεσθαι και ομιλείν μες στη σημερινή θεολογία. Ο διάλογος έλαβε χώρα στο Drew-University, Madison, USA, από τις 9 ως τις 11 Απριλίου του 1964».

Άξονας προβληματικής και στα δύο κείμενα είναι η σχέση θεολογίας-φιλοσοφίας, δηλαδή η σχέση δύο, κατά Χ., διαφορετικών επιστημών. Αφετηριακή θέση του συγγραφέα: «Η θεολογία είναι θετική επιστήμη και σαν τέτοια απόλυτα διαφορετική από τη φιλοσοφία». Αφού εξηγήσει ότι με «θεολογία» εννοεί τη χριστιανική θεολογία – χωρίς να αποκλείει την ύπαρξη άλλων θεολογιών – ο Χ. προχωρεί, στο πρώτο κείμενο, στη διερεύνηση τριών καίριων ερωτημάτων που αφορούν στα εξής: «α) θετικότητα της θεολογίας, β) επιστημονικότητα της θεολογίας, γ) μπορετή σχέση της θεολογίας ως θετικής επιστήμης προς τη φιλοσοφία». Αφού περιγράψει την «ιδιόμορφη θετικότητα» της θεολογίας και ορίσει τη θεολογία ως «επιστήμη της πίστης», φτάνει στην εξής πρόταση: «Η πίστη δεν έχει ανάγκη τη φιλοσοφία, σίγουρα όμως την έχει ανάγκη η επιστήμη της πίστης ως θετική επιστήμη». Αναλύοντας εκτεταμένα και σε βάθος την πρόταση αυτή ο Χ. οδηγείται σε μια σειρά από συμπεράσματα όσον αφορά στη σχέση των μεγεθών: θεολογία-φιλοσοφία-φαινομενολογία-οντολογία. Και καταλήγει: «Σίγουρα η επιστημονική επικοινωνία ανάμεσα στον ερευνητή των θετικών επιστημών και στον ερευνητή της φιλοσοφίας δεν μπορεί να εγκλειστεί σε αμετάβλητους κανόνες۰ πόσο μάλλον αφού η σαφήνεια, η σιγουριά και η αρχεγονοσύνη της κριτικής, που ασκούν στα θεμέλιά τους οι εκάστοτε θετικές επιστήμες, μεταβάλλονται τόσο γρήγορα και ποικιλότροπα όσο και η εκάστοτε επιτευγμένη και διατηρήσιμη βαθμίδα του φωτισμού που πετυχαίνει η φιλοσοφία στη δική της ουσία». Μοναδική προϋπόθεση επιτυχίας της επικοινωνίας αυτής – συμπεραίνει ο Χ. – είναι ο παραμερισμός των ερωτημάτων κυριαρχίας, προτεραιότητας και ισχύος των επιστημών και η απόδοση των πρωτείων «στις εσώτερες αναγκαιότητες αυτού τούτου του επιστημονικού προβλήματος».

Στο δεύτερο κείμενο, το ίδιο πρόβλημα τίθεται με άλλους όρους και με διάφορη προοπτική. Τα ερωτήματα που απασχολούν εδώ τον Χ. διατυπώνονται από τον ίδιο έτσι – σε σχέση πάντα με τη θεολογία: «α) τι θα πει αντικειμενοποιώ; β) τι θα πει σκέπτεσθαι; γ) τι θα πει ομιλείν; δ) είναι κάθε σκέπτεσθαι εν εαυτώ ομιλείν και κάθε ομιλείν εν εαυτώ σκέπτεσθαι; ε) με ποιο νόημα το σκέπτεσθαι και το ομιλείν είναι αντικειμενοποιητικά και με ποιο νόημα δεν είναι;» Πρόκειται για μια πυκνή και σαφέστατη έκθεση των πορισμάτων της ώριμης χαϊντεγκεριανής φιλοσοφίας. Όπως καίρια δηλώνεται, σε σχέση με τη διαπλοκή και τη διαμάχη των βασικών θέσεων-απαντήσεων στα παραπάνω ερωτήματα: «Κατά το μέτρο που η ουσία του ανθρώπου σύμφωνα με τη δυτικοευρωπαϊκή παράδοση ορίζεται από το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι το ζωντανό ον που ‘έχει τη γλώσσα’ (ζώον λόγον έχον) – όπου ακόμα και ο άνθρωπος ως πρακτικό ον δεν είναι παρά εκείνο που ‘έχει τη γλώσσα’ –, με τη διαμάχη των παραπάνω θέσεων δεν τίθεται επί τάπητος τίποτα λιγότερο από το ερώτημα για την ύπαρξη του ανθρώπου και για τον ορισμό της».

Πράγματι, περί αυτού πρόκειται. Και η αναμέτρηση με το απόκρημνο αυτό ερώτημα δε γίνεται να συνοψιστεί σε λίγες γραμμές. Ιδιαίτερα, όταν η αναμέτρηση αυτή ενέχει, όπως στην περίπτψωση του Χ., έναν δραματικό, κυριολεκτικά, χαρακτήρα: «Γιατί το μυστήριο της γλώσσας, μες στο οποίο θα πρέπει να περισυλλεγεί όλος ο συλλογισμός, παραμένει το πιο αξιοστόχαστο και αξιοερώτητο φαινόμενο, προπάντων όταν αφυπνίζεται η επίγνωση ότι η γλώσσα δεν είναι έργο του ανθρώπου: Η γλώσσα μιλάει. Ο άνθρωπος μιλάει μόνο κατά το μέτρο που ανταποκρίνεται στη γλώσσα».

Ιδού, λοιπόν, η Ρόδος ιδού και το πήδημα, για τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη. Γι’ αυτόν που νοεί το σκέπτεσθαι σαν μια προσωπική διαλεκτική σύγκρουση με τις κορυφές και όχι σαν ένα παρασιτισμό στις υπώρειες του όρους «κουλτούρα»!